κερδογαμώ

κερδογαμῶ, -έω (Α)
παντρεύομαι για να αποκομίσω κέρδος («λευκώλενον λίνον κερδογαμεῑς
ἐπὶ τῶν αἰσχρὰς ἐπὶ κέρδει γαμούντων» — παροιμ. για όσους παντρεύονται άσχημες γυναίκες με σκοπό το κέρδος, Διογενιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < *κερδόγαμος < κέρδος + γαμώ «νυμφεύομαι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κέρδος — Η διαφορά του κόστους από τα έσοδα που αποφέρει μια οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τη λογιστική έννοια, ή η αμοιβή της επιχειρηματικότητας ως συντελεστή παραγωγής, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία. Στη λογιστική, το κ. καταγράφεται στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.